- του Γιάννη Γεωργίου
Θέρετρο αντιπαράθεσης έγινε -τις ημέρες που προηγήθηκαν- η ελληνική αγορά δεδομένων κινητού δικτύου και οι συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν σε αυτήν. Τον «πόλεμο» των ανακοινώσεων πυροδότησε η δημοσιοποίηση, εκ μέρους της Επιτροπής Ανταγωνισμού, μελέτης, η οποία υποστηρίζει ότι η ελληνική αγορά δεδομένων κινητής είναι από τις πλέον ακριβές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και μεταξύ των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ.
Η δημοσιοποίηση της μελέτης της ανεξάρτητης φινλανδικής εταιρείας Rewheel προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), η οποία χαρακτήρισε τη μελέτη «αμφιβόλου αξιοπιστίας» και «επιφανειακή».
Τη σκυτάλη πήρε η Επιτροπή Ανταγωνισμού, η οποία ανέλαβε να υπερασπιστεί την αξιοπιστία της μελέτης, που δημοσιοποίησε. «Σκοπός της μελέτης είναι να αναλύσει, μεταξύ άλλων, και την κατάσταση όσον αφορά τις τιμές και την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρονται στους καταναλωτές στην Ελλάδα, σχετικά με τη συνδεσιμότητα σε δεδομένα, το καύσιμο της ψηφιακής οικονομίας» αναφέρει η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Όπως εξηγεί, στόχος είναι «χωρίς να υπάρξει κατάσταση υπερ-ρύθμισης της αγοράς, να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός, το οποίο πιστεύουμε ότι θα οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές, καλύτερη ποιότητα δικτύου και σε μεγαλύτερη βάση χρηστών κλείνοντας το ψηφιακό χάσμα, προς όφελος της καινοτομίας, των τελικών καταναλωτών, ειδικά της νέας γενιάς, αλλά και των επιχειρήσεων (εταιρειών τηλεπικοινωνιών και ψηφιακής οικονομίας γενικότερα)».
Σε σχετική ανακοίνωσή της η Επιτροπή Ανταγωνισμού σημειώνει: «Πριν τη δημοσίευσή της, η μελέτη επίσης αξιολογήθηκε και από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, διεθνούς κύρους καθηγητές οικονομικών δικτύων και οικονομικών του ανταγωνισμού και της ψηφιακής οικονομίας από το εξωτερικό. Συνεπώς, η μελέτη πληροί κάθε κριτήριο αξιοπιστίας, κρίνοντας με αμιγώς επιστημονικούς και τεχνοκρατικούς όρους» αναφέρει η Επιτροπή. Όπως εξηγεί επίσης σε ανακοίνωσή της: «η μελέτη επίσης εστιάζει σε ένα πρόβλημα που δεν είναι καινούριο, τις υψηλές τιμές στην Ελλάδα παροχής υπηρεσιών δεδομένων μέσω κινητής σύνδεσης, κάτι το οποίο έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις ετήσιες μελέτες σύγκρισης τιμών παροχής υπηρεσιών ευρυζωνικού κινητού δικτύου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και επίσης την Ελληνική κυβέρνηση. Συνεπώς, πρόκειται για ένα υπαρκτό πρόβλημα, που ασφαλώς δεν εφηύρε για πρώτη φορά η Επιτροπή Ανταγωνισμού, και το οποίο απασχολεί τους καταναλωτές εδώ και καιρό οι οποίοι κάνουν διαρκείς ερωτήσεις και παράπονα, τόσο στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, όσο και στην ΕΕΤΤ (στην οποία η Επιτροπή Ανταγωνισμού συστηματικά τα επικοινωνεί).
Ακολούθησαν και οι πάροχοι τηλεπικοιωνιών, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην κινητή τηλεφωνία, αποδομώντας τα ευρήματα, χαρακτηρίζοντας ουσιαστικά τη μελέτη «συνονθύλευμα από ανακρίβειες που παραθέτει εσφαλμένα στοιχεία, που όχι μόνο δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, αλλά παρασύρουν τον αναγνώστη σε λάθος συμπεράσματα και υπονομεύουν το ψηφιακό άλμα της Ελλάδας – και, μάλιστα, για λόγους άσχετους από την καλή λειτουργία των θεσμών της χώρας».
Απάντηση και της Rewheel
Τη δική τους, εξίσου αιχμηρή ανταπάντηση, δίνουν οι εταίροι της φινλανδικής εταιρείας συμβούλων Rewheel, Αντώνης Δρόσσος και Pal Zarandy, καθώς το σύνολο της αγοράς κινητής τηλεφωνίας και η ΕΕΤΤ αμφισβητεί την αξιοπιστία της μελέτης που εκπόνησαν για τις τιμές στις υπηρεσίες δεδομένων (data) της κινητής τηλεφωνίας και τον ανταγωνισμό.
Σε ανακοίνωση της εταιρείας επισημαίνεται πως «οι παρακάτω ανεξάρτητες αρχές και υπουργεία χωρών έχουν χρησιμοποιήσει/αναφερθεί στις ερευνητικές μελέτες αγοράς και ανταγωνισμού κινητής τηλεφωνίας της Rewheel: Ο πρώην Επίτροπος ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Joaquín Almunia, η Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών, οι εισαγγελείς της Νέας Υόρκης και της Καλιφόρνιας, οι Εθνικές Αρχές Aνταγωνισμού του Καναδά, της Αυστραλίας, της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ολλανδίας, το Υπουργείο Οικονομικών της Ολλανδίας, το Υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου της Τσεχίας, η Επιτροπή Μονοπωλίων της Γερμανίας και οι Εθνικές Αρχές Τηλεπικοινωνιών του Ηνωμένου Βασιλείου, της Φιλανδίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Γερμανίας και της Ιρλανδίας».







