Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός ψηφιοποίησης μιας εταιρείας τόσο πιο δυναμικό είναι το πλάνο των προσλήψεών της. Για την ακρίβεια, το 91% των Ελλήνων εργοδοτών, που προχωρούν σε αυτοματισμούς, απαντά ότι σχεδιάζει να αυξήσει ή να διατηρήσει το δυναμικό του.
Έρευνα της ManpowerGroup, που πραγματοποιήθηκε σε περισσότερους από 26.000 εργοδότες και σε 25 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, διαπιστώνει ότι οι πιο «ψηφιοποιημένες» εταιρείες είναι και εκείνες που δημιουργούν τις περισσότερες θέσεις εργασίας. Ταυτόχρονα, η έρευνα (Επανεκκίνηση στην Επανάσταση των Δεξιοτήτων) επιβεβαιώνει τον ρόλο της πανδημίας του COVID-19 ως ψηφιακού καταλύτη για τις επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τη μελέτη, στην Ελλάδα, το 61% των επιχειρήσεων επιταχύνει τις διαδικασίες ψηφιοποιήσης, ενώ μόλις το 20% έχει αναστείλει τα σχέδια. Παγκοσμίως, τα ποσοστά βρίσκονται στο 38% και 17% αντίστοιχα. «Η έρευνά μας ενδυναμώνει την εικόνα ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός σε όλον τον κόσμο λαμβάνει χώρα με έναν άνευ προηγούμενο ρυθμό – δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας και οδηγώντας σε σαρωτικές αλλαγές», αναφέρει η ManpowerGroup.
Η παγκόσμια εικόνα
Από τα ευρήματα της έρευνας προκύπτει, πάντως, ότι ο αντίκτυπος της πανδημίας στην ψηφιοποίηση διαφέρει σημαντικά σε όλο τον κόσμο. Οι εργοδότες στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιαπωνία και την Ιταλία αναφέρουν ότι η αυτοματοποίηση έχει επιταχυνθεί περισσότερο λόγω της COVID-19.
Αντίθετα, οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, την Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνουν λιγότερο πιθανό να επιταχύνουν τις διαδικασίες ψηφιοποίησης.
Το ανθρώπινο δυναμικό
H πανδημία του COVID-19 δείχνει να αλλάζει τις προτεραιότητες στον κλάδο του Ανθρώπινου Δυναμικού: Οι ηγέτες του Ανθρώπινου Δυναμικού στην Ελλάδα αντιλαμβάνονται την υγεία και την ευημερία των εργαζομένων ως την ύψιστη προτεραιότητα (79%), ακολουθώντας η δημιουργία νέων εργασιακών μοντέλων (58%) και η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού τους (55%).
Σύμφωνα με την έρευνα, οι προσωπικές δεξιότητες, όπως η ανθεκτικότητα, η συνεργασία, η δημιουργικότητα και η ηγεσία έχουν αυξημένη ζήτηση. Το 35% των οργανισμών των Ελλήνων συμμετεχόντων της έρευνας επενδύει στην ανάπτυξη των ατομικών δεξιοτήτων, ενώ το ένα τρίτο σχεδιάζει εξειδικευμένη ανάπτυξη της ηγεσίας μέσα στους επόμενους έξι μήνες.
Την ίδια στιγμή, η εκπαίδευση τείνει να γίνει συντομότερη και πιο σχετική με συγκεκριμένους ρόλους και τομείς. Οι εργαζόμενοι θέλουν όλο και πιο κατάλληλο, μικρό (bite-size) και επιμελημένο περιεχόμενο –εύκολα προσβάσιμο και σχετικό για το τώρα και το εγγύς μέλλον.
«Όταν οι ανάγκη για νέες δεξιότητες αλλάζουν γρηγορότερα από ποτέ, οι οργανισμοί χρειάζονται ταλέντα με νέες δεξιότητες και στρατηγικές ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού για να προσελκύσουν, να αναπτύξουν και να διακρατήσουν τα καλύτερα ταλέντα» σημειώνει η έρευνα.







