Η κυβερνοασφάλεια αντιμετωπίζεται συχνά από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ως ακόμη μία υποχρέωση: μια γραμμή στον προϋπολογισμό, μια μορφή ασφάλισης απέναντι σε μια πιθανή επίθεση ή ένα επιπλέον καθήκον για την ομάδα IT.
Όσο όμως μια επιχείρηση αναπτύσσεται, τόσο αυξάνεται και η εξάρτησή της από την τεχνολογία. Περισσότερες cloud υπηρεσίες, νέες επιχειρηματικές εφαρμογές, περισσότερες συσκευές και νέοι εργαζόμενοι δημιουργούν ταυτόχρονα περισσότερα πιθανά σημεία εισόδου για τους κυβερνοεγκληματίες.
Έτσι, το ερώτημα σταδιακά αλλάζει. Δεν είναι μόνο «πόσα πρέπει να επενδύσουμε στην κυβερνοασφάλεια;», αλλά «πώς μπορεί η κυβερνοασφάλεια να υποστηρίξει την ανάπτυξη της επιχείρησης χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα τον προϋπολογισμό και τους ανθρώπους της;».
Σε αυτό το σημείο η κυβερνοασφάλεια παύει να αποτελεί αποκλειστικά έναν μηχανισμό άμυνας και μπορεί να μετατραπεί σε παράγοντα επιχειρηματικής ανθεκτικότητας και ανάπτυξης.
Το κόστος ενός λάθους
Σύμφωνα με την έρευνα Global Kaspersky B2B Market Pulse, το 86% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αντιμετώπισε τουλάχιστον ένα περιστατικό κυβερνοασφάλειας κατά το προηγούμενο έτος. Στο 25% των περιστατικών καταγράφηκαν οικονομικές απώλειες και διακοπή της επιχειρηματικής λειτουργίας.
Και η απειλή δεν προέρχεται απαραίτητα από κάποια εξαιρετικά εξελιγμένη, στοχευμένη κυβερνοεπίθεση. Συχνά ξεκινά από καθημερινές ενέργειες των ίδιων των εργαζομένων: χρήση μη επαληθευμένου λογισμικού, προσωπικών συσκευών, υπηρεσιών AI τρίτων παρόχων ή αδύναμων κωδικών πρόσβασης.
Την ίδια στιγμή, οι ομάδες IT εξακολουθούν να διαχειρίζονται το σύνολο της καθημερινής τεχνολογικής λειτουργίας της εταιρείας. Ως αποτέλεσμα, μια ευπάθεια στην υποδομή μπορεί να παραμείνει απαρατήρητη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Για μια μικρή επιχείρηση, οι συνέπειες ενός περιστατικού μπορούν να επηρεάσουν όχι μόνο ένα μεμονωμένο πληροφοριακό σύστημα, αλλά σχεδόν ολόκληρη τη λειτουργία της. Οι εργαζόμενοι μπορεί να μην μπορούν να εργαστούν, οι πελάτες να μην εξυπηρετούνται, κρίσιμα δεδομένα να μην είναι διαθέσιμα και η έναρξη ενός νέου project να καθυστερεί.
Η εταιρεία αναγκάζεται τότε να μεταφέρει ανθρώπους, χρόνο και κεφάλαια από την ανάπτυξη στην αποκατάσταση της ζημιάς. Έτσι, ένα τεχνικό περιστατικό μετατρέπεται σε καθαρό επιχειρηματικό κίνδυνο.
Περισσότερα εργαλεία δεν σημαίνουν απαραίτητα καλύτερη ασφάλεια
Η πρώτη αντίδραση απέναντι στην αύξηση των απειλών μπορεί να φαίνεται προφανής: περισσότερες απειλές σημαίνουν περισσότερα εργαλεία ασφαλείας.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όμως, υπάρχει ένας σημαντικός περιορισμός: οι διαθέσιμοι πόροι.
Σε πολλές εταιρείες, μια μικρή ομάδα IT καλείται ταυτόχρονα να διαχειριστεί την υποδομή, τις εφαρμογές, τις cloud υπηρεσίες, τις συσκευές των εργαζομένων και την τεχνική υποστήριξη. Η κυβερνοασφάλεια προστίθεται σε αυτή τη λίστα χωρίς απαραίτητα να συνοδεύεται από περισσότερους ανθρώπους ή εξειδικευμένη τεχνογνωσία.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τα στελέχη IT και ασφάλειας σε μικρομεσαίες και mid-market επιχειρήσεις εντοπίζουν μεταξύ των βασικών περιορισμών την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού για την αντιμετώπιση περιστατικών, τον υψηλό φόρτο εργασίας των ομάδων IT, την καθυστέρηση επενδύσεων στην ασφάλεια και τη γρήγορη αύξηση του αριθμού συσκευών και υπηρεσιών.
Μπορεί έτσι να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: η επιχείρηση μεγαλώνει, το τεχνολογικό περιβάλλον γίνεται πιο σύνθετο, η ασφάλεια δυσκολότερη στη διαχείριση και οι κίνδυνοι συσσωρεύονται. Η επένδυση στην κυβερνοασφάλεια μετατίθεται συνεχώς μέχρι να συμβεί ένα σοβαρό περιστατικό.
Πρόληψη αντί για αντίδραση
Μετά τον εντοπισμό μιας κυβερνοεπίθεσης, οι επιχειρήσεις συνήθως επιχειρούν να ενισχύσουν πολλά διαφορετικά μέτωπα ταυτόχρονα: εκπαίδευση εργαζομένων, προστασία συσκευών, monitoring, cloud security και άλλα.
Κατά μέσο όρο, σύμφωνα με την έρευνα, οι επιχειρήσεις προχωρούν σε παρεμβάσεις σε 4,5 διαφορετικούς τομείς μετά από ένα περιστατικό. Το μειονέκτημα είναι προφανές: πρώτα υφίστανται τις συνέπειες της επίθεσης και στη συνέχεια διαπιστώνουν ποια μέτρα προστασίας έλειπαν.
Μια πιο βιώσιμη προσέγγιση είναι η εταιρική κυβερνοασφάλεια να εξελίσσεται σταδιακά και παράλληλα με την ίδια την επιχείρηση, λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές στην υποδομή και στις διαδικασίες της.
Δεν χρειάζεται μια εταιρεία να προβλέψει κάθε πιθανή απειλή. Χρειάζεται όμως η ομάδα IT να επανεξετάζει τακτικά ορισμένα βασικά ερωτήματα:
- Από ποιες τεχνολογίες και συστήματα εξαρτάται σήμερα η λειτουργία μας;
- Τι έχει αλλάξει στο περιβάλλον IT;
- Πού βρίσκονται αυτή τη στιγμή οι σημαντικότεροι κίνδυνοι;
- Τι μπορεί ρεαλιστικά να διαχειριστεί η ομάδα μας;
- Ποιες νέες απαιτήσεις ασφαλείας θα δημιουργήσει το επόμενο στάδιο ανάπτυξης;
Δύο δρόμοι για την εξέλιξη της κυβερνοασφάλειας
Καθώς μια επιχείρηση ωριμάζει, υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να εξελιχθεί η στρατηγική κυβερνοασφάλειάς της: είτε να ενισχύσει το επίπεδο προστασίας που ήδη διαθέτει είτε να διευρύνει την κάλυψη σε νέες περιοχές κινδύνου.
Οι δύο προσεγγίσεις μπορούν φυσικά να συνδυαστούν.
Η πρώτη επιλογή αφορά την ενίσχυση της προστασίας. Καθώς αυξάνονται οι ανάγκες και η ωριμότητα της εταιρείας, μπορεί να χρειαστούν πιο προηγμένες δυνατότητες, όπως EDR και XDR ή υπηρεσίες managed detection and response, όταν η εσωτερική ομάδα δεν διαθέτει επαρκείς πόρους ή εξειδίκευση.
Η δεύτερη επιλογή αφορά τη διεύρυνση της κάλυψης. Μια επιχείρηση μπορεί να μην χρειάζεται συνολική αλλαγή του μοντέλου ασφαλείας της, αλλά προστασία απέναντι σε έναν νέο, συγκεκριμένο κίνδυνο που εμφανίστηκε καθώς αναπτυσσόταν.
Για παράδειγμα, μπορεί να αυξάνει σημαντικά τη χρήση cloud υποδομών, να διαπιστώνει ότι ο ανθρώπινος παράγοντας αποτελεί σημαντική πηγή κινδύνου ή να χρειάζεται πλέον συστηματικό vulnerability management.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η προστασία μπορεί να επεκταθεί στοχευμένα σε τομείς όπως η εκπαίδευση των εργαζομένων, η ασφάλεια του εταιρικού email, η προστασία cloud και hybrid workloads, η διαχείριση ευπαθειών και η ανάλυση απειλών.
Η κυβερνοασφάλεια ως συνεχής διαδικασία
Για μια μικρομεσαία επιχείρηση, ο στόχος δεν είναι να εγκαταστήσει από την πρώτη ημέρα κάθε διαθέσιμο εργαλείο ασφαλείας. Πιο αποτελεσματικό είναι να αντιμετωπίζει την κυβερνοασφάλεια ως μια συνεχή διαδικασία, στενά συνδεδεμένη με την ανάπτυξη της εταιρείας. Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να προσφέρει τρία βασικά οφέλη.
Επιχειρηματική συνέχεια. Όσο νωρίτερα εντοπίζεται και αντιμετωπίζεται μια απειλή, τόσο μειώνεται η πιθανότητα να εξελιχθεί σε περιστατικό που θα διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησης.
Καλύτερη αξιοποίηση περιορισμένων πόρων. Ο σωστός σχεδιασμός της στρατηγικής ασφάλειας, σε συνδυασμό με automation, κεντρική ορατότητα και εργαλεία διερεύνησης περιστατικών, μπορεί να περιορίσει τις επαναλαμβανόμενες εργασίες και να απελευθερώσει χρόνο για τις σημαντικότερες ανάγκες της ομάδας IT.
Ισχυρότερη βάση για την επόμενη ημέρα. Όταν η ασφάλεια εξελίσσεται μαζί με την εταιρεία, δεν χρειάζεται κάθε νέο επιχειρηματικό βήμα να συνοδεύεται από επανασχεδιασμό της προστασίας από την αρχή. Η επιχείρηση μπορεί σταδιακά να προσθέτει νέες δυνατότητες, από workload protection μέχρι προηγμένη διαχείριση ευπαθειών και βαθύτερη ανάλυση απειλών.
Η κυβερνοασφάλεια, επομένως, δεν αποτελεί μόνο μηχανισμό πρόληψης και αντιμετώπισης επιθέσεων. Όταν σχεδιάζεται σωστά, επιτρέπει σε μια επιχείρηση να συνεχίζει να λειτουργεί παρά την αύξηση των ψηφιακών απειλών, να υιοθετεί νέες τεχνολογίες με μεγαλύτερη ασφάλεια και να αξιοποιεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες χωρίς κάθε νέο βήμα ανάπτυξης να δημιουργεί δυσανάλογο νέο ρίσκο.






