Εντυπωσιακή και «επιθετική» είσοδο στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών έκανε η ΔΕΗ με μία ιδιαίτερα ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική για τις υπερυψηλές ταχύτητες των Gbps.
Η ΔΕΗ «έτρεχε» από τα τέλη του 2024 ένα πιλοτικό πρόγραμμα που αφορούσε συνδέσεις στα 500 Mbps και στο 1 Gbps με αρκετά χαμηλές τιμές. Όμως, το επίσημο λανσάρισμα ήταν εξαιρετικά δυναμικό, δεδομένου ότι η σύνδεση (ΔΕΗ Fiber 500 Mbps) που προσφέρει λήψη δεδομένων (download) στα 500 Mbps και αποστολή (upload) στα 250 Mbps είναι στα 17,90 ευρώ το μήνα. Μάλιστα, η σύνδεση στο 1 Gbps (με το upload στα 500 Mbps) είναι μόλις στα 19,90 ευρώ το μήνα, ενώ υπάρχει και εκείνη στα 2,5 Gbps (με αποστολή στα 1,25 Gbps) στα 52,90 ευρώ.
Το γεγονός ότι υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο πακέτων αποτελεί ένδειξη, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ότι η ΔΕΗ θέλει να «χτυπήσει» τις συνδέσεις των 1 Gbps όπου με αυτή την τιμή κινείται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τους τρεις μεγάλους παρόχους (Cosmote, Vodafone, Nova).
Οι τιμές αυτές αφορούν συμβόλαιο 24 μηνών, ενώ δεν περιλαμβάνουν σταθερή τηλεφωνία. Οι υπάρχουσες πληροφορίες αναφέρουν ότι η σταθερή τηλεφωνία θα προστεθεί στις αρχές του 2026, με τη ΔΕΗ να δίνει… κίνητρο να αλλάξει πάροχο σε έναν σημαντικό αριθμό καταναλωτών που πρακτικά έχει καταργήσει το σταθερό τηλέφωνο του.
Αξίζει επίσης, να σημειωθεί ότι σε αυτή τη φάση τουλάχιστον- η ΔΕΗ δεν χρησιμοποιεί το «όπλο» του Gigabit Voucher, δηλαδή τις δράσεις για την επιδότηση ευρυζωνικών συνδέσεων άνω των 250 Mbps με ένα ποσό της τάξεως των 200 ευρώ για διάστημα 24 μηνών.
Η ΔΕΗ ακολουθεί μια διαφορετική πρακτική όσον αφορά στην ανάπτυξη του ιδιόκτητου FTTH δικτύου της, το οποίο εγκαθίσταται στα εναέρια καλώδια διανομής του ηλεκτρικού ρεύματος. Η ανάπτυξη του δικτύου είχε ξεκινήσει πριν από περίπου 2,5 χρόνια και όπως αναφερόταν στην ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων του α’ τριμήνου του 2025, στο τέλος του περασμένου Μαρτίου η κάλυψη έφθασε στα 948.000 νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο στόχος είναι το δίκτυο FTTH να φτάσει σε 1,5 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέχρι το τέλος του 2025.







