Με το βλέμμα στην επόμενη ημέρα της ελληνικής καινοτομίας και με το πρώτο κύμα ώριμων startups να πλησιάζει πλέον στο στάδιο των αποεπενδύσεων, η Uni.Fund προετοιμάζει ήδη το έδαφος για το τρίτο επενδυτικό της σχήμα, το οποίο αναμένεται να πάρει μορφή στα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027, διατηρώντας τη στρατηγική στόχευση στο deep tech και στις τεχνολογίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Το νέο fund, σύμφωνα με όσα ανέφεραν στελέχη της Uni.Fund, θα κινηθεί τουλάχιστον στα επίπεδα του σημερινού δεύτερου επενδυτικού οχήματος, το οποίο διαχειρίζεται κεφάλαια 50 εκατ. ευρώ, ενώ θα υπάρξει προσπάθεια για ακόμη μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών και family offices.
«Προσπαθούμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων», ήταν το μήνυμα που δόθηκε, με τους ανθρώπους της αγοράς να εκτιμούν ότι η ελληνική startup σκηνή βρίσκεται πλέον σε ένα διαφορετικό σημείο ωρίμανσης σε σχέση με πριν από εννέα χρόνια.
Η Κατερίνα Πραματάρη, Partner της Uni.Fund, περιέγραψε τη διαδρομή από το 2018 μέχρι σήμερα ως μια προσπάθεια δημιουργίας οικοσυστήματος, σε μια περίοδο που –όπως ανέφερε– η σύνδεση πανεπιστημίων, έρευνας και επιχειρηματικότητας βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Σήμερα, όπως εξηγεί, η εικόνα είναι διαφορετική, με καλύτερη ποιότητα εταιρειών, μεγαλύτερο deal flow και σημαντικά υψηλότερο ενδιαφέρον από νέους ανθρώπους που επιλέγουν πλέον την επιχειρηματικότητα ως επαγγελματική διαδρομή.
Τα μεγέθη των δύο funds
Το πρώτο Uni.Fund, ύψους 30 εκατ. ευρώ, χρηματοδότησε 23 εταιρείες, εκ των οποίων το περίπου 30% ήταν τεχνοβλαστοί πανεπιστημίων. Σήμερα σχεδόν το σύνολο των εταιρειών παραμένει ενεργό, ενώ στις 21 έχουν πραγματοποιηθεί follow-on επενδύσεις.
Η μεταβολή των μεγεθών δείχνει και τη μεταμόρφωση του οικοσυστήματος. Οι εταιρείες του πρώτου fund από περίπου 4,8 εκατ. ευρώ κύκλο εργασιών στα πρώτα τους βήματα έχουν φθάσει πλέον συνολικά στα περίπου 110 εκατ. ευρώ, δημιουργώντας παράλληλα περίπου 700 θέσεις εργασίας, ενώ έχουν καταφέρει να προσελκύσουν επιπλέον χρηματοδότηση άνω των 100 εκατ. ευρώ.
Το δεύτερο fund ξεκίνησε το 2022 με κεφάλαια 50 εκατ. ευρώ και συμμετοχή της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΑΤΕ) και του European Investment Fund (EIF), έχοντας ήδη επενδύσει περίπου 22 εκατ. ευρώ σε 20 εταιρείες.
Η στρατηγική διαφοροποιήθηκε επίσης επενδυτικά. Ενώ το πρώτο fund κινήθηκε κυρίως σε pre-seed και seed στάδια, το δεύτερο έχει ενισχύσει τη θέση του σε seed και late seed εταιρείες, με μέσο ticket περίπου 800.000 ευρώ και συνολική έκθεση ανά εταιρεία που ξεπερνά συχνά το 1 εκατ. ευρώ.
AI, ενέργεια και deep tech στο επίκεντρο
Η Uni.Fund εξακολουθεί να δίνει έμφαση στις τεχνολογίες deep tech, έναν τομέα στον οποίο –όπως σημειώνουν τα στελέχη της– επένδυσε όταν ακόμη το πεδίο θεωρούνταν εξαιρετικά πρώιμο για τα ελληνικά δεδομένα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον καταγράφεται σήμερα στο λεγόμενο «physical AI», δηλαδή εκεί όπου η τεχνητή νοημοσύνη συναντά τη βιομηχανία, την παραγωγή και την πραγματική οικονομία.
Ενέργεια, healthtech, life sciences, construction technology, νέα υλικά, hardware και software τεχνολογίες, αλλά και τεχνολογίες διττής χρήσης αποτελούν πλέον βασικές επενδυτικές κατευθύνσεις.
«Επενδύουμε εκεί που η τεχνολογία αγγίζει την πραγματική οικονομία», είναι η φιλοσοφία που περιγράφεται από τη διοίκηση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Terra Robotics, εταιρεία που δραστηριοποιείται στον αγροτικό τομέα και αναπτύσσει τεχνολογία αυτοματοποίησης εργασιών στο χωράφι. Η εταιρεία έχει ήδη παρουσία στην Ολλανδία, ενώ η ανάπτυξή της επεκτείνεται διεθνώς, αξιοποιώντας τεχνολογίες που έρχονται να καλύψουν το πρόβλημα έλλειψης εργατικών χεριών στη γεωργική παραγωγή.
Τα exits που πλησιάζουν
Για πρώτη φορά η αγορά θεωρεί ότι πλησιάζει η περίοδος κατά την οποία θα αρχίσουν να εμφανίζονται συστηματικά exits από τις πρώτες εταιρείες που χρηματοδοτήθηκαν στα πρώτα χρόνια του οικοσυστήματος.
Σύμφωνα με τα στελέχη της Uni.Fund, ήδη υπάρχουν προτάσεις για εξαγορές εταιρειών του πρώτου fund, χωρίς ωστόσο να έχουν γίνει αποδεκτές μέχρι στιγμής, καθώς η στόχευση είναι ξεκάθαρη: όχι απλώς exits, αλλά ποιοτικά exits.
«Το exit είναι εύκολο. Το ποιοτικό exit δεν είναι απλό», είναι η χαρακτηριστική φράση που συνοψίζει τη στρατηγική.
Οι αποεπενδύσεις εκτιμάται ότι θα αρχίσουν να γίνονται περισσότερο ορατές μέσα στα επόμενα ένα έως τέσσερα χρόνια, ενώ πλέον εξετάζεται ενεργά ακόμη και η πιθανότητα εξόδου μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών για μέρος του χαρτοφυλακίου.
Μάλιστα, η προοπτική ένταξης του ελληνικού χρηματιστηρίου σε μεγαλύτερα ευρωπαϊκά δίκτυα θεωρείται ότι δημιουργεί καλύτερο έδαφος για τέτοιου είδους κινήσεις.
Το «ελατήριο» της ελληνικής καινοτομίας
Οι άνθρωποι της αγοράς θεωρούν ότι η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο κύμα ανάπτυξης.
Περισσότερο από το 60% των εταιρειών του χαρτοφυλακίου έχει εξωστρεφή προσανατολισμό, πουλώντας ήδη προϊόντα και υπηρεσίες στο εξωτερικό, ενώ περιοχές όπως τα Ιωάννινα, η Κρήτη και η Θεσσαλονίκη εμφανίζουν ιδιαίτερη δυναμική.
Ταυτόχρονα, το ενδιαφέρον ξένων funds για την Ελλάδα χαρακτηρίζεται ισχυρότερο από ποτέ.







