Ισχυρές συμφωνίες και ενώσεις δυνάμεων ώστε να δημιουργηθούν ισχυροί όμιλοι συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς στην αγορά πληροφορικής. Στελέχη της αγοράς δηλώνουν ξεκάθαρα: «όλοι συζητούν με όλους».
Στο πλαίσιο αυτό όλο και πιο συχνά ανακοινώνονται εξαγορές, συγχωνεύσεις, στρατηγικές συνεργασίες και αλλαγές σε μετοχικές ισορροπίες. Εταιρείες που μέχρι χθες κινούνταν μόνες τους, σήμερα μπαίνουν σε μεγαλύτερα σχήματα και επιχειρηματικοί όμιλοι με «βαρύ όνομα» επιλέγουν να τοποθετηθούν σε εισηγμένες του κλάδου, αποδεικνύοντας ότι η τεχνολογία δεν είναι μια μόδα, αλλά κομμάτι της οικονομίας που θα καθορίσει την επόμενη δεκαετία.
Τα έργα ψηφιακού μετασχηματισμού που έφερε το Ταμείο Ανάκαμψης έδωσαν ώθηση, χρήμα και αντικείμενο. Τώρα όμως που μπαίνουμε σταδιακά στη φάση «μετά το Ταμείο», οι εταιρείες προσπαθούν να οργανωθούν για να σταθούν πιο δυνατά: να έχουν μεγαλύτερες ομάδες, πιο ολοκληρωμένες λύσεις και, κυρίως, να μη στηρίζονται σε μία μόνο πηγή δουλειάς. Σε αυτή τη λογική, τα deals μοιάζουν για πολλούς με τρόπο να κερδίσουν χρόνο, κλίμακα και προβάδισμα.
Η διπλή κίνηση της Real Consulting
Η τελευταία πράξη σε αυτή την αλυσίδα ήταν η διπλή κίνηση της Real Consulting. Η εισηγμένη προχωρά στην πλήρη εξαγορά της OTS, ενώ ταυτόχρονα ανοίγει το μετοχικό της σχήμα σε νέους, ισχυρούς επενδυτές. Με τη συμφωνία αυτή δημιουργείται ένας οργανισμός που, με βάση τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, θα διαθέτει συνδυαστικό κύκλο εργασιών γύρω στα 70 εκατ. ευρώ, λειτουργική κερδοφορία 14 εκατ. ευρώ και περίπου 550 εργαζόμενους. Είναι νούμερα που δείχνουν μέγεθος, αλλά πίσω από αυτά υπάρχει και κάτι ακόμη: η προσπάθεια να δημιουργηθεί μια πλατφόρμα που να μπορεί να υποστηρίξει μεγαλύτερα και πιο σύνθετα έργα.
Η OTS, με μακρά διαδρομή στον χώρο του λογισμικού, φέρνει μαζί της τεχνογνωσία σε κρίσιμους τομείς για τον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, παρουσία σε εκατοντάδες οργανισμούς, αλλά και προϊόντα που σχετίζονται με την καθημερινότητα των πολιτών, από οικονομικές υπηρεσίες και μισθοδοσία έως ηλεκτρονικές συναλλαγές και εφαρμογές που συνδέονται με τη λειτουργία των δήμων. Με περισσότερες από 700 εγκαταστάσεις συστημάτων και πάνω από 100.000 χρήστες, αποτελεί έναν παίκτη με βαθιά ρίζα στην αγορά. Η ένταξή της σε ένα μεγαλύτερο σχήμα θεωρείται από πολλούς ότι δημιουργεί νέα δεδομένα, γιατί συνδυάζει διαφορετικές εμπειρίες και πελατολόγια κάτω από κοινή στρατηγική.
Από τις startups στην κυβερνοασφάλεια: Γιατί πυκνώνουν τα deals
Η κινητικότητα δεν περιορίζεται στο «βαρύ» enterprise software ή στα έργα του Δημοσίου. Αντίθετα, απλώνεται σε όλο το φάσμα: από μικρότερες ομάδες τεχνολογίας και start-ups μέχρι εταιρείες κυβερνοασφάλειας, από παρόχους λύσεων για επιχειρήσεις έως κλάδους που συνδέονται με τεχνητή νοημοσύνη, fintech και αμυντική τεχνολογία.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Softweb, που έκανε «ποδαρικό» στο 2026 με την ανακοίνωση εξαγοράς του 51% της Alphabit Cybersecurity, έναντι 1,224 εκατ. ευρώ. Η κίνηση αυτή δείχνει κάτι που πλέον το καταλαβαίνουν όλοι: χωρίς κυβερνοασφάλεια, καμία ψηφιακή υπηρεσία δεν θεωρείται πραγματικά ολοκληρωμένη. Οι εταιρείες δεν θέλουν απλώς να πουλάνε software ή υλοποιήσεις – θέλουν να μπορούν να πουν στον πελάτη «σου δίνω λύση από την αρχή μέχρι το τέλος, μαζί με προστασία».
Παράλληλα, το 2025 είχε ήδη κλείσει με ένα deal «στο παρά πέντε»: η Qualco ανακοίνωσε την πλήρη εξαγορά της D.D. Synergy, αποκτώντας το υπόλοιπο 49,9% έναντι 3,5 εκατ. ευρώ, σε μια κίνηση που εντάσσεται στη στρατηγική της για ενίσχυση του οικοσυστήματος υπηρεσιών και λύσεων. Και δεν ήταν η μόνη. Η αγορά μέτρησε περισσότερες από 15 εξαγορές μέσα στο 2025 – περίπου 1,5 συμφωνία τον μήνα – οι περισσότερες όχι «mega deals», αλλά αρκετές ώστε να μετακινούν σταθερά τον χάρτη προς τεχνολογίες που θα έχουν ζήτηση και αύριο.
Στον ίδιο ρυθμό κινήθηκαν και άλλοι παίκτες: η QnR πραγματοποίησε τέσσερις εξαγορές πλειοψηφικών ποσοστών μέσα στο 2025, η Profile προχώρησε σε κινήσεις που συνδέονται και με cyber security, ενώ αρκετές εταιρείες κοιτούν πλέον πιο έντονα και εκτός συνόρων.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι οι περισσότερες συμφωνίες δεν έχουν τον χαρακτήρα του «γιγαντιαίου» deal που αλλάζει τα πάντα μέσα σε μια νύχτα. Είναι, ωστόσο, αρκετές και συνεχείς, ώστε σιγά σιγά να μετακινούν το κέντρο βάρους της αγοράς. Δημιουργούν μεγαλύτερους ομίλους, με περισσότερες δυνατότητες, και ταυτόχρονα αφήνουν λιγότερους ανεξάρτητους παίκτες.
Το βλέμμα και εκτός συνόρων
Ένα ακόμη στοιχείο που επανέρχεται σε πολλές συζητήσεις είναι η ανάγκη εξωστρέφειας. Όσο τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης προχωρούν προς την ολοκλήρωσή τους, οι εταιρείες αναζητούν νέες πηγές ανάπτυξης. Η Ευρώπη και η Μέση Ανατολή θεωρούνται αγορές με σημαντικά προγράμματα ψηφιακού μετασχηματισμού, αλλά για να μπορέσει μια ελληνική εταιρεία να σταθεί εκεί, χρειάζεται ισχυρό μέγεθος, καλή χρηματοοικονομική εικόνα και αποδεδειγμένη εμπειρία.
Οι εξαγορές, επομένως, δίνουν πρόσβαση σε τεχνογνωσία, σε ανθρώπους, σε πιστοποιήσεις, σε references. Με αυτόν τον τρόπο, οι ελληνικοί όμιλοι φιλοδοξούν να μην περιοριστούν στην εσωτερική αγορά, αλλά να διεκδικήσουν μερίδιο από έργα που υλοποιούνται πέρα από τα σύνορα.
Γιατί οι εταιρείες μεγαλώνουν σχήματα
Πίσω από όλα αυτά υπάρχει και μια απλή καθημερινή ανάγκη. Τα μεγάλα ψηφιακά έργα έχουν πολλές απαιτήσεις: οικονομικές εγγυήσεις, εμπειρία, δυνατότητα να σηκώσεις ομάδες για χρόνια, και φυσικά ένα χαρτοφυλάκιο λύσεων που να «κουμπώνει» σε σύνθετες προκηρύξεις. Όταν μια εταιρεία είναι μικρή, μπορεί να έχει εξαιρετική τεχνογνωσία, αλλά δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί σε κλίμακα. Γι’ αυτό βλέπουμε ένα μοντέλο όπου οι επιχειρήσεις προτιμούν να ενώνονται, να συμπληρώνουν η μία την άλλη και να χτίζουν πιο «γεμάτα» σχήματα.
Ταυτόχρονα, υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση: το τίμημα. Όσο αυξάνονται οι συζητήσεις, τόσο γίνεται πιο σημαντικό το θέμα της αποτίμησης. Πολλοί στην αγορά λένε ότι «το κλειδί» ενός deal είναι να υπάρχει ένα τίμημα που να θεωρείται λογικό και δίκαιο και από τις δύο πλευρές. Και αυτό γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο σε μια περίοδο όπου όλοι σκέφτονται την επόμενη μέρα: ποιες τεχνολογίες θα έχουν σταθερή ζήτηση, ποιες υπηρεσίες θα παραμείνουν απαραίτητες και ποια μοντέλα θα είναι βιώσιμα.
Οι εισηγμένες ως «ατμομηχανές» συγκέντρωσης
Η ένταση των συμφωνιών δεν είναι τυχαία: πολλές κινήσεις έρχονται από εισηγμένες, που έχουν καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια, μεγαλύτερη ορατότητα και δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν deals με μετρητά, μετοχές ή συνδυασμούς. Οι εισηγμένες λειτουργούν, σε μεγάλο βαθμό, ως «ατμομηχανές» της συγκέντρωσης: μπορούν να απορροφήσουν μικρότερες εταιρείες, να οργανώσουν συνέργειες και να εμφανίσουν ισχυρότερη εικόνα σε διαγωνισμούς.
Παράλληλα, ο χάρτης έχει ήδη αναδιαταχθεί από προηγούμενα μεγάλα «παντρέματα», με πιο χαρακτηριστική την ενοποίηση Entersoft–SOFTONE, που συνεχίζει να κινείται και σε στοχευμένες εξαγορές, ειδικά σε λύσεις που «κουμπώνουν» στη λιανική και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η λογική είναι κοινή: όσο μεγαλώνει το οικοσύστημα, τόσο αυξάνει η δυνατότητα να πουλήσεις «πακέτο» λύσεων και υπηρεσιών, αντί για μεμονωμένα προϊόντα.
Μια αγορά που ωριμάζει
Καθώς ο κλάδος μεγαλώνει, αλλάζει και ο τρόπος που γίνονται οι συζητήσεις. Το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο ποιος αγοράζει ποιον, αλλά με ποιους όρους, με ποια προοπτική και με ποια δυνατότητα να δημιουργηθούν πραγματικές συνέργειες. Οι αποτιμήσεις, η διατήρηση των ομάδων, η ενσωμάτωση διαφορετικών εταιρικών κουλτουρών είναι ζητήματα που απασχολούν έντονα.
Την ίδια στιγμή, παραμένει ισχυρή η αίσθηση ότι η ζήτηση για τεχνολογικές λύσεις δεν πρόκειται να μειωθεί. Η ψηφιοποίηση υπηρεσιών, η ανάγκη για καλύτερη εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων, η προστασία των δεδομένων και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ένα πεδίο με πολλές ευκαιρίες. Το ερώτημα είναι ποιοι θα είναι σε θέση να τις αξιοποιήσουν πιο αποτελεσματικά.





