Της Μαρίας Μόσχου
Η Ελλάδα εισέρχεται δυναμικά σε μια νέα εποχή ψηφιακής ωριμότητας, όπου η πληροφορική και η κυβερνοασφάλεια μετατρέπονται σε πυλώνες ανάπτυξης της οικονομίας. Οι προβλέψεις των διεθνών οίκων κάνουν λόγο για εκρηκτική άνοδο 57,5% στα έσοδα του κλάδου έως το 2029, με τον συνολικό κύκλο εργασιών να αγγίζει τα 3,417 δισ. ευρώ, από 2,17 δισ. το 2024.
Πίσω από αυτά τα μεγέθη κρύβεται μια καλά εδραιωμένη στρατηγική: ενίσχυση της ψηφιακής ασφάλειας, εξαγωγική στροφή, επενδύσεις στην καινοτομία και δημιουργία ισχυρών συνεργασιών με ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η κυβερνοασφάλεια, μάλιστα, αναδεικνύεται σε “ατμομηχανή” της τεχνολογικής αγοράς, καθώς τρέχει με ταχύτερους ρυθμούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Cybersecurity: Ο νέος μοχλός ανάπτυξης
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Gartner και της IDC, που επικαλείται η Ideal Holdings, η ελληνική αγορά προϊόντων και υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας αναμένεται να εκτιναχθεί από 265 εκατ. ευρώ το 2024 σε 508 εκατ. ευρώ το 2028, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης +18%.
Για σύγκριση, η ευρωπαϊκή αγορά αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου +15% ετησίως, κάτι που κατατάσσει την Ελλάδα στις πιο δυναμικές αγορές κυβερνοασφάλειας στην Ε.Ε.
Η άνοδος αυτή οφείλεται σε τρεις καθοριστικούς παράγοντες:
- Την εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών NIS2 και DORA, που καθιστούν υποχρεωτική τη θωράκιση των κρίσιμων υποδομών.
- Την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης (AI), που δημιουργεί νέα επίπεδα κινδύνου και ανάγκη για «έξυπνη άμυνα».
- Tην εκθετική αύξηση των κυβερνοεπιθέσεων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, που οδηγεί τις επιχειρήσεις να επενδύουν πλέον στρατηγικά στην ασφάλεια.
Η ελληνική τεχνογνωσία στην ευρωπαϊκή ψηφιακή ασπίδα
Η ελληνική συμμετοχή στα ευρωπαϊκά έργα ψηφιακής προστασίας αποδεικνύει την ισχυρή τεχνογνωσία που έχει αποκτήσει ο κλάδος.
Η Uni Systems, μέλος του ομίλου Quest, συμμετέχει στην κοινοπραξία EUCYBERSAFE, η οποία υπέγραψε τη μεγαλύτερη σύμβαση κυβερνοασφάλειας στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: ένα έργο 326 εκατ. ευρώ για την προστασία όλων σχεδόν των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. Η ελληνική εταιρεία συνδράμει στην ενίσχυση της ψηφιακής ασφάλειας της Επιτροπής, του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου, βάζοντας τη σφραγίδα της σε ένα έργο-ορόσημο για την ευρωπαϊκή ψηφιακή πολιτική.
Ανάλογη δυναμική επιδεικνύει και η ADACOM, μέλος της IDEAL Holdings, που εξασφάλισε για δεύτερη συνεχή τριετία συμβάσεις-πλαίσιο με τον ENISA, τον Οργανισμό Κυβερνοασφάλειας της Ε.Ε., αξίας 1,8 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία ανέπτυξε και παρέδωσε στην Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας το “Gap Analysis Tool” για τη συμμόρφωση με τον νέο νόμο 5160/2024, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών.
Επενδυτικό κύμα και εξαγορές στον κλάδο
Η χρονιά σηματοδοτεί έντονη κινητικότητα και στο πεδίο των εξαγορών, με τους μεγάλους ελληνικούς ομίλους πληροφορικής να «χτίζουν» στρατηγικές συμμαχίες και νέα χαρτοφυλάκια ασφάλειας. Η Profile Software προχωρά στην απόκτηση του 85% της Algosystems, ενισχύοντας τις υποδομές και τις υπηρεσίες της στον τομέα του cyber security.
Η QnR εισήλθε δυναμικά στην αγορά με την εξαγορά του 60% της SysteCom έναντι 1,5 εκατ. ευρώ, με συμφωνία για το υπόλοιπο 40% σε βάθος τριετίας, ενώ η Qualco απέκτησε το 50,01% της Cenobe, εταιρείας με παρουσία σε Κύπρο, Ελβετία, Σουηδία και ΗΑΕ, έναντι 1,235 εκατ. ευρώ.
Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι η κυβερνοασφάλεια εξελίσσεται πλέον σε κεντρικό πυλώνα των επενδυτικών στρατηγικών των εισηγμένων εταιρειών, με στόχο τη δημιουργία ολοκληρωμένων λύσεων για την εγχώρια και τη διεθνή αγορά.
Startups: Η νέα γενιά της ψηφιακής άμυνας
Οι ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις φέρνουν εξωστρέφεια και καινοτομία στο προσκήνιο κερδίζοντας την εμπιστοσύνη διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων.
Η Hack The Box, ένα από τα πιο επιτυχημένα ελληνικά scale-ups, εξαγόρασε πρόσφατα την αμερικανική LetsDefend, δημιουργώντας το μεγαλύτερο δίκτυο εκπαίδευσης cybersecurity στον κόσμο. Η πλατφόρμα συνδυάζει σενάρια άμυνας και επίθεσης σε εικονικά SOCs, προσφέροντας ρεαλιστική εκπαίδευση σε επαγγελματίες ασφαλείας και οργανισμούς παγκοσμίως.
Αντίστοιχα, η Mind The Hack ολοκλήρωσε μεγάλο γύρο χρηματοδότησης με επενδυτή τον όμιλο Deep Capital Group του Δημήτρη Μάρη. Η εταιρεία αναπτύσσει AI-powered πλατφόρμα που μειώνει τον χρόνο για penetration testing από εβδομάδες σε ώρες, προσφέροντας real-time παρακολούθηση και αυτοματοποιημένη διαχείριση ευπαθειών. Με νέα κεφάλαια, η startup σχεδιάζει επέκταση σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή.
Η Census, με εξειδίκευση σε κρίσιμους τομείς όπως Άμυνα, Υγεία και Ναυτιλία, εξασφάλισε στρατηγική επένδυση από τη SouthBridge Europe Mezzanine II SICAR, που θα στηρίξει την περαιτέρω διεθνή της ανάπτυξη.
Η επόμενη μέρα: Ψηφιακή ανάπτυξη χωρίς Ταμείο Ανάκαμψης
Οι ελληνικές εταιρείες πληροφορικής και ασφάλειας δείχνουν ότι μπορούν να σταθούν αυτόνομα, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF).
Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, η μετάβαση στη «μετά RRF» εποχή δεν σημαίνει κόπωση, αλλά αναδιάταξη των επενδύσεων: στροφή προς τον ιδιωτικό τομέα, αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων για νέα έργα, και αύξηση της εξωστρέφειας.
Στο κομμάτι των IT Services (cloud consulting, software development, data analytics), τα έσοδα αναμένεται να αυξηθούν από 1,1 δισ. ευρώ το 2024 σε 1,7 δισ. ευρώ το 2029 (+9% ετησίως), ενώ στα IT Solutions (λογισμικό και εφαρμογές), από 800 εκατ. ευρώ σε 1,2 δισ. ευρώ (+8%).
Ακόμη και η μικρή αλλά ανερχόμενη αγορά Trust Services (ψηφιακές υπογραφές, πιστοποιήσεις, ταυτοποίηση) θα διπλασιαστεί, από 5 εκατ. ευρώ σε 9 εκατ. ευρώ, με ρυθμό ανάπτυξης +14%, ξεπερνώντας την ευρωπαϊκή επίδοση.
Από την άμυνα στην ηγεσία
Η επόμενη πενταετία διαμορφώνει μια νέα ταυτότητα για την ελληνική τεχνολογία με την χώρα να αναδεικνύεται σε περιφερειακό κόμβο ψηφιακής ασφάλειας, με επιχειρήσεις που όχι μόνο θωρακίζουν τα δικά τους συστήματα, αλλά εξάγουν τεχνογνωσία και υπηρεσίες σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η κυβερνοασφάλεια, από το πεδίο της «αντίδρασης», μετατρέπεται σε στρατηγικό τομέα ανάπτυξης, ενισχύοντας την απασχόληση, την καινοτομία και τις εξαγωγές τεχνολογίας.
Με την ώθηση των νέων τεχνολογιών και τη σταθερή αύξηση των επενδύσεων, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να εδραιωθεί ως χώρα-παίκτης στην ευρωπαϊκή ψηφιακή ασπίδα.
Η άνοδος στα μεγέθη της αγοράς δεν είναι απλώς οικονομική ένδειξη, αλλά τεκμήριο μιας βαθιάς μεταμόρφωσης: από την παραδοσιακή πληροφορική στην έξυπνη, αυτόνομη και εξαγώγιμη ψηφιακή οικονομία.
Κυβερνοεπιθέσεις σε έξαρση: 1 στις 5 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και 8 στους 10 πολίτες έπεσαν θύματα το 2024
Όλη αυτή η κινητικότητα και η δυναμική του κλάδου δεν είναι τυχαία καθώς οι κυβερνοεπιθέσεις βρίσκονται σε διαρκή κλιμάκωση στην Ευρώπη, με τις επιχειρήσεις και τους πολίτες να βρίσκονται αντιμέτωποι με μια άνευ προηγουμένου έκρηξη ψηφιακού εγκλήματος.
Σύμφωνα με την Eurostat, περισσότερες από μία στις πέντε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υπέστησαν κυβερνοεπιθέσεις το 2024. Η Φινλανδία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό (42%), ακολουθούμενη από την Πολωνία (32,5%) και τη Μάλτα (29%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά σημειώνονται σε Αυστρία και Σλοβενία (περίπου 11%).
Πιο εκτεθειμένοι είναι οι κλάδοι της ενέργειας (29%), των τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής (28%), καθώς και των τεχνικών και επιστημονικών υπηρεσιών (27%).
Την ίδια ώρα, η έρευνα της Mastercard σε πέντε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ότι 77% των πολιτών υπήρξαν στόχοι κυβερνοεπιθέσεων το τελευταίο έτος, με την Ισπανία να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό (81%).
1.663 κυβερνοεπιθέσεις την εβδομάδα ανά εταιρεία στην Ελλάδα
Οι κυβερνοεπιθέσεις στην χώρα μας αυξάνονται με ανησυχητικό ρυθμό, πλήττοντας επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς στην Ελλάδα με συχνότητα που πλέον θυμίζει «ψηφιακή πανδημία».
Σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Check Point Research για τον Σεπτέμβριο 2025, οι ελληνικές εταιρείες δέχθηκαν κατά μέσο όρο 1.663 επιθέσεις την εβδομάδα, αριθμός αυξημένος κατά 41% σε σχέση με το περασμένο έτος.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο μέσος όρος ανήλθε σε 1.900 επιθέσεις ανά οργανισμό την εβδομάδα, μόλις 1% υψηλότερα σε ετήσια βάση, γεγονός που δείχνει ότι η Ελλάδα κινείται σημαντικά πάνω από τον διεθνή μέσο όρο, καθιστώντας την μία από τις πιο εκτεθειμένες αγορές κυβερνοαπειλών στην Ευρώπη.
Πηγές της αγοράς κυβερνοασφάλειας εκτιμούν ότι η μέση ζημία από ένα περιστατικό ransomware στην Ελλάδα ξεπερνά τα 450.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων καθυστερήσεων, διακοπής λειτουργίας και απώλειας δεδομένων.





