Μη αποδοτικό, από πολλές πλευρές, παραμένει το σύστημα παραγωγής καινοτομίας στην Ελλάδα, αν και η χώρα διαθέτει ένα εξαιρετικά δραστήριο ανθρώπινο δυναμικό σε αυτό το πεδίο. Οι Έλληνες ερευνητές μπορεί να παράγουν πολλές και πολύ υψηλού επιπέδου επιστημονικές δημοσιεύσεις, αλλά η έρευνά τους οδηγεί σε ελάχιστες πατέντες.
Στην Ελλάδα κατατίθενται μόνο 8,38 αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας ανά 1 εκατ. κατοίκους. Το νούμερο αυτό είναι πολύ μικρό, αν ληφθεί υπόψη ότι ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 106,84 αιτήσεις ανά 1 εκατ.κατοίκους.
Στο μεταξύ, το 2019 οι συνολικές δαπάνες για R&D στη χώρα μας ήταν €2,34 δισ., δηλαδή 1,27% του ΑΕΠ. Τη στιγμή, που ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι σχεδόν διπλάσιος και φθάνει το 2,14%. Μάλιστα, χώρες με παρόμοιο πληθυσμό με την Ελλάδα, όπως το Βέλγιο ή η Αυστρία, δαπανούν πενταπλάσια ποσά για την Έρευνα και Ανάπτυξη: €13,8 δισ. και €12,7 δισ. αντίστοιχα.
Πάντως, οι δημόσιες δαπάνες για R&D, που διαχρονικά ήταν πολύ χαμηλές στη χώρα μας, πλέον πλησιάζουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και φθάνουν στο 0,68% του ΑΕΠ το 2019 έναντι 0,7% στην Ε.Ε. Και οι δαπάνες για R&D από τον ιδιωτικό τομέα είναι πολύ χαμηλές και αντιπροσωπεύουν το 0,59% του ΑΕΠ έναντι 1,42% που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε. Μάλιστα, μόνο μία στις τέσσερις επιχειρήσεις έχει τμήμα R&D. Στις δε μεγάλες επιχειρήσεις, άνω των 250 υπαλλήλων, το ποσοστό φτάνει το 40%.
Ερευνητικό δυναμικό
Στο μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας έρευνας, οι άνθρωποι που εργάζονται στο R&D στην Ελλάδα υπολογίζονται μόνο σε περίπου 55.000. Στο Βέλγιο και την Αυστρία απασχολούνται σχεδόν διπλάσιοι.
Ένα άλλο δυσμενές στοιχείο για το οικοσύστημα παραγωγής καινοτομίας στην Ελλάδα -όπως το αποτυπώνει έρευνα της διαΝεοσις- είναι το έλλειμμα δικτύωσης μεταξύ του ερευνητικού δυναμικού. Για την ακρίβεια, ελάχιστοι ξένοι ερευνητές έρχονται να εργαστούν στην Ελλάδα. Μόλις το 1,4% των υποψήφιων διδακτόρων είναι από χώρες του εξωτερικού, έναντι 21,4% στην Ε.Ε.
Προτάσεις
Η έρευνα της διαΝεοσις καταλήγει σε μια δέσμη προτάσεων για την ενδυνάμωση του οικοσυστήματος καινοτομίας στην Ελλάδα. Μεταξύ άλλων, εισηγείται την καθιέρωση ενός μόνιμου εθνικού προγράμματος έρευνας με χρηματοδότηση συμπληρωματική των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και στρατηγική στόχευση.
Επίσης, προτείνει τη σταδιακή, σταθερή αύξηση της χρηματοδότησης Πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων για την πραγματοποίηση ερευνητικής δραστηριότητας. Άλλο μέτρο που προτείνεται είναι η ενίσχυση/ανανέωση του ερευνητικού δυναμικού των Πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων, αλλά και η μεγαλύτερη ευελιξία για το ερευνητικό προσωπικό, ώστε να μπορεί να συνεργαστεί με τον ιδιωτικό τομέα.
Η μελέτη προτείνει την παροχή κινήτρων, όπως ο συνυπολογισμός της ερευνητικής συνεργασίας με εταιρείες και της κατοχύρωσης και αξιοποίησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και της δημιουργίας spin-offs στην αξιολόγηση της εξέλιξης των μελών ΔΕΠ, και άρση του ασυμβίβαστου.





